σίγυνος

ὁ, Α
βλ. σιγύννης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σίγυνος — spear masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιγύνους — σίγυνος spear masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίγυνοι — σίγυνος spear masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ancient Macedonian language — For the unrelated modern Slavic language, see Macedonian language. language name=Ancient Macedonian region=Macedon ( extinct language ) extinct=absorbed by Attic Greek in the 4th century BC familycolor=Indo European fam2= possibly Greek… …   Wikipedia

  • Древнемакедонский язык — Страны: Древняя Македония Вымер: к III ве …   Википедия

  • σίγυνον — τὸ, Α σιγύννης*. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού σίγυνος / σιγύννης κατά τα ουδ.] …   Dictionary of Greek

  • σιγύν(ν)ης — και σίγυνος, ὁ, Α 1. λόγχη, δόρυ («σιγύννας... καλέουσι... Κύπριοι τὰ δόρατα», Ηρόδ.) 2. κάπηλος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ. αβέβαιης προέλευσης. Η λ. σιγύνης συνδέεχαι με τους τ. Σιγύνναι / Σίγυννοι / Σίγιννοι «περσ. φυλή που… …   Dictionary of Greek

  • σίγυνον — spear neut nom/voc/acc sg σίγυνος spear masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.